φανέρωμα

φανέρωμα
τό
1) раскрытие, обнаружение; разоблачение; 2) признак; 3) появление, проявление; выявление;

φανέρωμα ταλέντου — выявление таланта


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "φανέρωμα" в других словарях:

  • φανέρωμα — το, ατος 1. η φανέρωση, η αποκάλυψη, το ξεσκέπασμα: Το φανέρωμα της συνωμοσίας. 2. εμφάνιση, παρουσίαση, η δείξη: Το φανέρωμα της μεγαλοφυΐας του Μ. Αλεξάντρου έγινε νωρίς. 3. φαινόμενο, εκδήλωση, σύμπτωμα: Οι εμφύλιοι πόλεμοι του 1821 είναι… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φανέρωμα — το, Ν [φανερώνω] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού φανερώνω, αποκάλυψη («το φανέρωμα τής κατάχρησης») 2. εμφάνιση, παρουσίαση 3. εκδήλωση («οι τόσο συχνές ληστείες τραπεζών αποτελούν νοσηρά φανερώματα τής κοινωνίας μας») …   Dictionary of Greek

  • έκφανση — η (AM ἔκφανσις) η ενέργεια τού εκφαίνω, φανέρωση, φανέρωμα, δήλωση, εκδήλωση («εκφάνσεις τού βίου» οι εκδηλώσεις, τα φανερώματα τής ζωής) …   Dictionary of Greek

  • ανάβγαλμα — το [*αναβγάλλω] 1. φανέρωμα, εμφάνιση 2. κακό όνομα, δυσφήμηση …   Dictionary of Greek

  • ανακάλυψη — Η δημιουργία γνώσης για κάτι που υπάρχει, αλλά είναι άγνωστο. Η εύρεση μιας νέας χώρας, ενός νέου χημικού νόμου, ενός νέου γαλαξία. Οι πρώτοι εξερευνητές που αναφέρονται στην ιστορία ήταν Αιγύπτιοι ναυτικοί που ανακάλυψαν τις ακτές της Ερυθράς… …   Dictionary of Greek

  • αντικατοπτρισμός — Ονομασία διαφόρων οπτικών φαινομένων, τα οποία οφείλονται στο γεγονός ότι υπό καθορισμένες ατμοσφαιρικές συνθήκες οι φωτεινές ακτίνες παθαίνουν μια καμπύλωση, εξαιτίας της οποίας φτάνουν στο μάτι δύο είδωλα του ίδιου αντικειμένου. Ο α. οφείλεται… …   Dictionary of Greek

  • δήλωμα — δήλωμα, το (Α) [δηλώ] τρόπος, μέσο να κάνει κάποιος γνωστό κάτι, το φανέρωμα …   Dictionary of Greek

  • φανέρωση — η / φανέρωσις, ώσεως, ΝΜΑ [φανερῶ, ώνω] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού φανερώνω, φανέρωμα αρχ. 1. παρουσίαση, επίδειξη 2. το να δίνει κανείς σύνθημα ή παράγγελμα 3. αστρον. το να γίνεται κάτι ορατό …   Dictionary of Greek

  • ανακάλυψη — η αποκάλυψη, φανέρωμα: Η ανακάλυψη των νόμων της παγκόσμιας έλξης είναι έργο του Νεύτωνα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αποκάλυψη — η φανέρωμα μυστικών: Οι κατηγορούμενοι είπαν ότι θα κάμουν μια σημαντική αποκάλυψη. Ως κύρ. όνομα, Αποκάλυψη το τελευταίο βιβλίο της Καινής Διαθήκης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αποκαλυπτήριος, -ια, -ιο — αποκαλυπτήριος, α, ο αυτός που συντελεί στο ξεσκέπασμα, στο φανέρωμα· ο πληθ. του ουδ. ως ουσ., τα αποκαλυπτήρια τελετή κατά την οποία ο ανδριάντας ή άλλο μνημείο ξεσκεπάζεται, για να το βλέπουν πια όλοι: Έγιναν τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»